Ο εκσυγχρονισμός και η ανάπτυξη του εργοστασίου
Η ριζική αναμόρφωση του εργοστασίου του Μάμαλου ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας τού 1920, όταν ο Ελευθέριος Μαμαλάκης έστειλε τον νεαρό Μανώλη Γρηγοράκη στην Άνδρο, προκειμένου να εκπαιδευτεί σε σύγχρονες τεχνικές βιοτεχνικής μηχανικής. Με την επιστροφή του, ο Γρηγοράκης ανέλαβε τη μελέτη και τον συντονισμό της ανακατασκευής: το κτίριο πολλαπλασιάστηκε σε έκταση, η οποία πλέον καταλάμβανε 363,05 τ.μ., και εξοπλίστηκε με υπερσύγχρονα για την εποχή μηχανήματα. Το εργοστάσιο απέκτησε τότε τη μορφή που σώζεται σχεδόν αναλλοίωτη μέχρι σήμερα.
Η επιχείρηση έπαψε να είναι ένα απλό ελαιουργείο. Μετεξελίχθηκε σε πολυδύναμο βιοτεχνικό συγκρότημα, που περιελάμβανε ελαιοτριβείο, εκκοκκιστήριο βάμβακος, αλευρόμυλο και μονάδα επεξεργασίας μαλλιού και λιναριού. Επιπλέον, διέθετε και δική του μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας καλύπτοντας τις ανάγκες για φωτισμό τού εργοστασίου. Όλα τα μηχανήματα συνδέονταν μέσω συστήματος αξόνων, ιμάντων και τροχαλιών, διαμορφώνοντας ένα ενιαίο και λειτουργικό βιομηχανικό κύκλωμα.
Ο εκσυγχρονισμός κορυφώθηκε τη δεκαετία του 1950. Με την επίβλεψη του Μανώλη Γρηγοράκη, το εργοστάσιο εφοδιάστηκε με μηχανήματα αγγλικής, γαλλικής και γερμανικής κατασκευής, όπως η ατμομηχανή τύπου CAMPBELL και η πετρελαιομηχανή BLACKSTONE. Η ενέργεια που παρήγαν αυτές οι μηχανές χρησιμοποιούνταν για την ταυτόχρονη λειτουργία των διαφορετικών μονάδων – από την ελαιοπαραγωγή μέχρι το βαμβάκι και το μαλλί.
Η οργάνωση της παραγωγής έγινε πιο αποδοτική: οι εργασίες διακρίθηκαν σε εξειδικευμένα τμήματα, ο χειρισμός των πρώτων υλών βελτιστοποιήθηκε και αυξήθηκαν οι δυνατότητες εξυπηρέτησης των παραγωγών της περιοχής. Το εργοστάσιο του Μάμαλου έγινε έτσι σημείο αναφοράς για τη νοτιοκεντρική Κρήτη, συνδυάζοντας τεχνολογική πρόοδο με κοινωνική προσφορά.

